Η Αρμένικη Βίζιτα που θα ανάβει πάντα τη σπίθα της δημιουργίας

Καλησπέρα!

Μετά το πέρασμα του «Ζορμπά» και της «Πηνελόπης», των καιρικών φαινομένων που έπληξαν πρόσφατα την Ελλάδα (είναι άξιο απορίας πάντως ποιος προβαίνει σε αυτές τις ονοματοδοσίες), έχουμε μπει πλέον στην καρδιά του χειμώνα. Η αλλαγή στο σκηνικό  του καιρού, όπως προκύπτει από την εναλλαγή των εποχών, οδηγεί σε μια διαφορετική καθημερινότητα: φοράμε διαφορετικά ρούχα, τρώμε διαφορετικά φαγητά, κάνουμε άλλες δουλειές στο σπίτι, ενώ και η ίδια η φύση αλλάζει με το συνηθισμένο συναρπαστικό τρόπο γύρω μας. Ανεξαρτήτως όμως εποχών, αυτό που δεν αλλάζει στους ανθρώπους είναι η διάθεσή τους να ταξιδεύουν, μιας και τα καιρικά φαινόμενα δύσκολα μπορούν να αποτρέψουν την έμφυτη τάση του ανθρώπου για αναζήτηση νέων εμπειριών.

Προσωπικά, είμαι από τους ανθρώπους που αναζητούν την ταξιδιωτική εμπειρία μέσα στο καταχείμωνο. Πρόκειται για μια εποχή του χρόνου στην οποία, αν εξαιρεθούν κάποιοι δημοφιλείς προορισμοί κατά τις Χριστουγεννιάτικες εορτές, η μικρή ροή των ταξιδιωτών κάνει το τοπίο αυθεντικότερο και συνάμα πιο ελκυστικό. Μια τέτοια εμπειρία βίωσα σχεδόν ένα χρόνο πριν, όταν στις 2 Δεκεμβρίου 2017 διέσχιζα αεροπορικώς τη γειτονική Τουρκία, προσγειώθηκα στους πρόποδες του Καυκάσου (Γεωργία) και πέρασα έτσι έξι ημέρες στην Αρμενία.

Μια μικρή χώρα, άγνωστη στους περισσότερους, αλλά πανέμορφη και μυστηριακή, με μια ιστορία 3.000 ετών και έναν ιδιαίτερο λαό που δύσκολα συναντάς. Μια περίκλειστη χώρα, χωρίς θάλασσα και πλωτές οδούς, ένα «τυφλό» οικόπεδο που ωστόσο συνέβαλε αποφασιστικά ώστε να μου ανοίξει τα μάτια και το μυαλό και να λειτουργήσει ως έμπνευση προκειμένου να διαβάζετε τώρα αυτές τις γραμμές.

◊ Τόπος

Η Αρμενία (οι κάτοικοί της την αποκαλούν Χαγιαστάν, λέξη που προέρχεται από το μυθικό γενάρχη των Αρμενίων Χάικ) καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της περιοχής του Καυκάσου, στο σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και την Κασπία. Συνορεύει με τη Γεωργία, το Ιράν, το Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία, όμως τα σύνορα είναι ανοιχτά μόνο με τις δύο πρώτες. Δίπλα στην Αρμενία βρίσκεται το μονομερώς ανακηρυγμένο και μη αναγνωρισμένο κράτος του Ναγκόρνο-Καραμπάχ που θεωρείται από τον ΟΗΕ μέρος του Αζερμπαϊτζάν, αλλά είναι υπό τον έλεγχο των Αρμενίων. Η χώρα έχει πρωτεύουσα το Γερεβάν, που βρίσκεται στους πρόποδες του βιβλικού όρους Αραράτ και έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητας των Αρμενίων, παρότι ανήκει στην Τουρκία.

Αν ανατρέξει κανείς σε μια ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια θα νομίσει ότι η χώρα είναι νεοσύστατη αφού ανεξαρτητοποιήθηκε από τη Σοβιετική Ένωση μόλις το 1991. Και όμως, η ιστορία της Αρμενίας χάνεται στα βάθη των αιώνων: Αναφέρεται κατά τους αρχαίους χρόνους από τον ιστορικό Ηρόδοτο, αποτελεί τον τόπο που κατά την ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση προσάραξε η Κιβωτός του Νώε μετά το πέρας της βιβλικής καταστροφής του τότε κόσμου και έγινε η πρώτη χώρα στον κόσμο που ασπάστηκε το χριστιανισμό, το 301 μ.Χ.. Στην πορεία των χρόνων βίωσε περιόδους μεγαλείου (χαρακτηριστικά τα χρόνια του Βασίλειου της Κιλικίας και της δυναστείας των Οροντιδών), κατακτήθηκε από όλους σχεδόν τους λαούς (Ρωμαίους, Έλληνες, Πέρσες, Ασσύριους, Μογγόλους, Άραβες, Οθωμανούς και Ρώσους), έζησε την εμπειρία του πολέμου μέσω της εδαφικής και εθνικής σύγκρουσης με το Αζερμπαϊτζάν (1988-1994) για την αμφισβητούμενη περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ και υπέστη την τραγωδία της πρώτης γενοκτονίας του 20ου αιώνα, με τη συστηματική εξόντωση 1,5 εκατ. ανθρώπων από τις Οθωμανικές αρχές την τριετία 1915-1918.

Με τη μεγάλη ιστορία του τόπου στο μυαλό και μετά τη σύντομη πτήση από την Τιφλίδα, έφτασα στο Γερεβάν. Από τις πρώτες βόλτες, τρία πράγματα ξεχωρίζουν και κάνουν την πόλη μοναδική: Πρώτον, η εκπληκτική ρυμοτομία, που διευκολύνει τις μετακινήσεις των πεζών (όμοιά της δεν έχω ξαναδεί σε άλλη πρωτεύουσα), δεύτερον οι φαρδιές λεωφόροι και οι αναρίθμητοι χώροι πρασίνου και τρίτον, η ροζ απόχρωση των κτιρίων που πρόερχεται από την ηφαιστιακή πέτρα «ντουφ», εξού και ο χαρακτηρισμός της ως «Ροζ Πόλης». Τα μάτια του ταξιδιώτη είναι αδύνατο να μην πέσουν πρώτα στην κεντρική Πλατεία Δημοκρατίας με το περίεργο σχήμα που σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτοντα Alexandre Tamanyan. Περιβάλλεται από επτά επιβλητικά κτίρια, μεταξύ αυτών, η Εθνική Πινακοθήκη, με μια μοναδική συλλογή που περιλαμβάνει έργα Αρμένιων, Ρώσων και Ευρωπαίων καλλιτεχνών, και το Μουσείο Εθνικής Ιστορίας της Αρμενίας. Όποιος διαβεί τις πύλες του, θα αντικρίσει τη σπουδαία ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά μιας χώρας περιορισμένης στο ένα δέκατο απ’ ό,τι υπήρξε κάποτε. Μπροστά από το Μουσείο, βρίσκονται τα μελωδικά σιντριβάνια που το καλοκαίρι «χορεύουν» στο ρυθμό της μουσικής και των φώτων, ενώ είναι το σημείο που θα συναντήσετε πολλούς μουσικούς του δρόμου.

untitled-7168

Συνεχίζοντας τη διαδρομή βόρεια της πλατείας, θα βρεθούμε πολύ εύκολα (είπαμε η πόλη έχει εξαιρετική ρυμοτομία) στην Cascade, τη σκάλα που συνδέει τo πάρκο Tamanyan, με τα ιδιαίτερα γλυπτά, και το Πάρκο της Νίκης, όπου δεσπόζει επιβλητικά το πανύψηλο άγαλμα της «Μητέρας Αρμενίας». Δίπλα στο άγαλμα βρίσκεται το Στρατιωτικό Μουσείο όπου μπορεί κανείς να μάθει το ρόλο της Αρμενίας στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο εσωτερικό του Cascade υπάρχουν κυλιόμενες σκάλες που πηγαινοέρχονται κατά μήκος του συγκροτήματος και συνδέονται με τα δωμάτια που αποτελούν το Cafesjian Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Σε κάθε περίπτωση προτιμότερο είναι να ανέβει κανείς με τα πόδια τις σκάλες, μιας και θα του επιτρέψει να έχει μοναδική θέα της πόλης και του όρους Αραράτ, αν και η ομίχλη στάθηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο κατά τη δική μου επίσκεψη.

Από το υπόλοιπο κτιριακό σύνολο ξεχωρίζουν το μεγαλοπρεπές κτίριο της Όπερας και φυσικά τα μοναδικά θρησκευτικά μνημεία και χώροι λατρείας: το Μπλε Τζαμί (χτισμένο πριν τη σοβιετική εποχή), ο Καθεδρικός Ναός Zoravor S. Astvatsatsin, η εκκλησία της Αγίας Άννας, ο Καθεδρικός Ναός Αγίου Γρηγορίου Φωτιστή (με τα 52 μέτρα ύψος) και η μοντέρνα εκκλησία St. Sargis με το κεραμιδί χρώμα. Η τελευταία βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Hrazdan και απέναντι από το εργοστάσιο (ένα πανέμορφο μνημειακό κτίριο) της Yerevan Brandy Company, η οποία παράγει τα θρυλικά αρμενικά μπράντυ για πάνω από έναν αιώνα. Ο χώρος είναι επισκέψιμος αφού γίνεται η σχετική περιήγηση με την ανάλογη δοκιμή, φτάνει να γνωρίζει κάποιος ότι το συγκεκριμένο ποτό «χτυπάει» και το γράφω εξ ιδίας πείρας.

Περνώντας με τα πόδια το εργοστάσιο αντικρίζεις στο βάθος του λόφου, το μνημείο του Τσιτσερνακαμπέρντ. Αφιερωμένο στα θύματα της γενοκτονίας των Αρμενίων, κατασκευάστηκε το 1967 και αποτελείται από δώδεκα πλάκες τοποθετημένες σε κύκλο που συμβολίζουν τις δώδεκα απολεσθείσες επαρχίες στη σημερινή Τουρκία και μια στήλη 44 μέτρων. Στο κέντρο του μνημείου, μία φλόγα διαρκώς αναμμένη, εν είδει καντηλιού καθιστά το μνημείο αντιπροσωπευτικό της τραγωδίας. Στο νότιο μέρος και υπόγεια υπάρχει το Μουσείο της Γενοκτονίας των Αρμενίων, με την παρουσίαση των τραγικών γεγονότων του 1915. Η ελληνική «παρουσία» στο μουσείο είναι έντονη, αφού οι δύο λαοί συνυπήρξαν για αιώνες στη Μικρά Ασία. Η αγάπη για την τέχνη θα ικανοποιηθεί από τις πολυάριθμες γκαλερί οι οποίες εκθέτουν τα έργα τοπικών καλλιτεχνών, την υπαίθρια αγορά του Vernissage στο κέντρο του Γερεβάν με χειροποίητα αυθεντικά κομμάτια αρμενικού πολιτισμού, το Μουσείο του ζωγράφου Martiros Saryan και το Μουσείο αφιερωμένο στον εμβληματικό σκηνοθέτη Sergei Parajanov. Όμως έξω από την πρωτεύουσά της, η Αρμενία είναι εξίσου εντυπωσιακή. Η καλύτερη εκδρομή είναι κατά μήκος της λίμνης Σεβάν. Η θέα που αντίκρισα από τα επιβλητικά μοναστήρια Sevanvank και Hayravank, με το χιόνι να έχει καλύψει το τοπίο και να μπερδεύεται στο γαλάζιο της λίμνης, δεν ξεχνιέται. Εξίσου ενδιαφέρουσες εκδρομές μπορεί κανείς να πραγματοποιήσει στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, Γκιουμρί, στο ρωμαϊκό ναό του Garni, στο νεκροταφείο Noratus με τα περίφημα χατσκάρ (μνημεία εξωτερικού χώρου χαραγμένα σε πέτρα) και στο μοναστήρι Khor Virap, κοντά στα τουρκοαρμενικά σύνορα. Τέλος, για τους λάτρεις των χειμερινών σπορ, στο δρόμο για τη λίμνη βρίσκεται το Tsaghkadzor, το γνωστότερο χειμερινό θέρετρο της χώρας, ενώ η πεζοπορία-ορειβασία στις πολυάριθμες βουνοκορφές της χώρας συνιστά μοναδική εμπειρία.

◊ Άνθρωποι

Για όλα τα παραπάνω μνημεία και αξιοθέατα η επίσκεψη «συνιστάται ανεπιφύλακτα». Όμως, κάθε ταξίδι χάνει τη σημασία του αν δεν εστιάσεις στα πιο ενδιαφέροντα αξιοθέατα, δηλαδή τους ανθρώπους του κάθε τόπου. Έτσι, η εκδρομή στη λίμνη Σεβάν με την Νουρίκ και τον συμπαθέστατο μεσήλικα οδηγό, η πεζοπορία στο βουνό Tenghenis με τον Τιγκράν την Χαρατσούι και η περιήγηση με την Αρίν σε μέρη που θυμίζουν τη Σοβιετική εποχή του Γερεβάν, μου έδωσαν, μεταξύ άλλων, την ευκαιρία της επικοινωνίας με τους ντόπιους.

Τι μπορεί να πει λοιπόν κανείς για τα τρία εκατομμύρια ανθρώπων που κατοικούν σε αυτή τη γωνιά του νότιου Καύκασου; Εύκολα θα απαντούσα ότι ο πλούσιος πολιτισμός της χώρας είναι ευδιάκριτος στη συμπεριφορά τους. Απλοί, ευγενικοί, εξυπηρετικοί και πάνω απ’ όλα φιλόξενοι σε επίπεδα που συναγωνίζονται τους Έλληνες. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι οι άνθρωποι με ένα μαγικό τρόπο σε κάνουν να αισθανθείς σαν φίλος και όχι σαν τουρίστας. Η υπερηφάνεια τους είναι ισχυρή (όπως και το θρησκευτικό αίσθημα, ειδικά για τους μεγαλύτερους σε ηλικία) ενώ φροντίζουν να υπενθυμίζουν συχνά το ζήτημα της γενοκτονίας και τον πόλεμο με το Αζερμπαϊτζάν. Σε κάθε περίπτωση, αισθάνονται χαρούμενοι, σχεδόν ευγνώμονες, όταν κάποιος ξένος επισκέπτεται τη χώρα τους.

untitled-7218

Από τις συζητήσεις που είχα προκύπτει ότι η Αρμενία μοιράζεται πολλά κοινά με την Ελλάδα. Ένα από αυτά είναι η σημασία που κατέχει η οικογένεια στη ζωή των δύο λαών. Πιστεύω ότι η Αρμένισσα μάνα και γενικά η αρμενική οικογένεια συναγωνίζεται την ελληνική. Το ζευγάρι των ορειβατών, ο Τιγκράν με την Χαρατσούι μου ανέφερε σε κάποια φάση «θέλουμε να κάνουμε κάποια στιγμή παιδιά, τα παιδιά είναι ιερά. Ακόμη και αν έχουμε να αντιμετωπίσουμε οικονομικές δυσκολίες, θα κάνουμε το παν για να τα μεγαλώσουμε και να πάνε να σπουδάσουν». Η αγάπη τους για τη γνώση, τα γράμματα, τις τέχνες είναι χαρακτηριστική και όσοι έχουν την εντύπωση ότι οι γυναίκες θέλουν να μοιάσουν την τηλεπερσόνα – με αρμένικες ρίζες – Κιμ Καρντάσιαν, κάνουν λάθος. Η σχετικότητα αναφορικά με το χρόνο είναι επίσης κάτι που ενώνει τους δύο λαούς. «Γράφουμε ότι το tour διαρκεί 3 ώρες αλλά στη χώρα μας ποτέ δεν πέφτουμε μέσα στο χρόνο, όταν λέμε θα έρθουμε σε πέντε λεπτά, εννοούμε συνήθως τη μισή ώρα!» μου λένε.

Σε ό,τι αφορά την πορεία της χώρας, οι περισσότεροι είναι σκεπτικοί και όχι τόσο αισιόδοξοι, σε μια χώρα που η διαφθορά είναι μεγάλη, τα οικονομικά προβλήματα μεγάλα και η οικονομία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ρωσικές επενδύσεις και την οικονομική βοήθεια των Αρμενίων της διασποράς. Πάντως, το αποτύπωμα της σοβιετικής εποχής είναι ορατό στους ανθρώπους και αντιμετωπίζεται διαφορετικά από γενιά σε γενιά. Η Αρίν μου εξηγεί ότι ο παππούς της νοσταλγεί τη σοβιετική εποχή στην οποία έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ενώ ο πατέρας της, που πήρε μέρος στον Σοβιετικό πόλεμο στο Αφγανιστάν, δεν συμφωνεί και πιστεύει ότι τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα τότε. Όσο για τη δική της γενιά που γεννήθηκε μετά τις αρχές της δεκαετίας του ’90: «For us, it’s just history» (για εμάς είναι απλά ιστορία).

Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί ότι οι Αρμένιοι είναι λάτρεις της καλής κουζίνας. Το φαγητό είναι κομμάτι του πολιτισμού και κάθε ένα από τα νόστιμα πιάτα που βρίσκονται σε κάθε τραπέζι (ενδεικτικά αναφέρω το λαβάς, το τζινταμπούρ, το μπλετσίκ) έχει τη δική του θέση στην κουλτούρα της διατροφής και της οικογένειας.

◊ Εμπειρία

Η Αρμενία χρονικά ήρθε δεύτερη, μετά τη Γεωργία, στην εξερεύνηση του Καυκάσου, της περιοχής που χωρίζει γεωγραφικά και πολιτισμικά την Ευρώπη και την Ασία. Η οργάνωση του ταξιδιού είχε τις αρρυθμίες της, αφού δεν είχα καταφέρει λόγω έλλειψης χρόνου να στήσω ένα πρόγραμμα από πριν, προκειμένου να ξέρω τι θα δω και πού θα κινηθώ. Από την άλλη, το τελευταίο λειτούργησε μάλλον θετικά μιας θα μπορούσα να κινηθώ με περισσότερο ένστικτο, εν μέσω μη τουριστικής περιόδου και σε έναν από μη δημοφιλή, ειδικά σε σύγκριση με τη Δυτική Ευρώπη, προορισμό. Είχα διαβάσει  και δει βέβαια πράγματα για τη χώρα, αλλά δεν ήξερα τι θα συναντήσω.

Και τι εν τέλει βρήκα; Μια γλώσσα που δεν μοιάζει με καμία άλλη, θρησκεία χριστιανική αλλά με τις ιδιαίτερες αρχιτεκτονικά εκκλησίες και μοναστήρια, φύση παράξενη αλλά όμορφη στη μέση του χειμώνα, μουσική ρυθμική αλλά και συγκινητικά θλιμμένη, άνδρες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά προσώπου, γυναίκες με μεγάλα κατάμαυρα μαλλιά και μάτια. Αυτό είναι το μωσαϊκό των εικόνων που σου μένουν από αυτή τη χώρα. Περιδιαβαίνοντας στο Γερεβάν ανακάλυπτα μια πόλη σύγχρονη με έντονη πολιτιστική ζωή και μεσογειακό ταπεραμέντο. Βρισκόμενος στις χιονισμένες όχθες της λίμνης Σεβάν έβλεπα την απαράμιλλη ομορφιά της φύσης και κοιτώνας την απεραντοσύνη του γαλάζιου κατάλαβαινα γιατί η λίμνη αναφερόταν από τους Αρμένιους ως θάλασσα. Φτάνοντας στην κορυφή του βουνού Tenghenis αντίκρισα λυτρωτικά το χιονισμένο τοπίο που εμφανίζονταν μπροστά μου σαν πίνακας ζωγραφικής. Οι στιγμές όμως που κρατήθηκαν περισσότερο άσβεστες ήταν δύο και συνέβησαν την ίδια μέρα. Η επίσκεψη στο Μνημείο της Γενοκτονίας που ανέφερα παραπάνω ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα χρέος απέναντι στη μνήμη τόσων ανθρώπων καθώς και απέναντι στους Πόντιους παππούδες μου που μας μετέφεραν τα βιώματά τους. Οι επιβλητικές πλάκες, η φωτιά που έκαιγε και το ανατριχιαστικό φωτογραφικό υλικό ήταν αδύνατο να μην σε αγγίξουν. Διαβάζοντας ονόματα, αριθμούς πάνω στις προθήκες και ακούγοντας τη θλιβερή μουσική να παίζει διαρκώς κάθησα για κανένα πεντάλεπτο στα σκαλάκια μεταξύ των πλακών (αν μπορεί να φανεί στη φωτογραφία). Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ένα πελώριο «ΓΙΑΤΙ;»

untitled-7603

Από το λόφο που βρίσκεται το μνημείο, η συγκοινωνία δεν είναι συχνή και έτσι πήρα ταξί και κατέβηκα πάλι στην Πλατεία για να επισκεφθώ το Μουσείο Εθνικής Ιστορίας. Δωμάτιο το δωμάτιο, συνειδητοποιούσα τον πλούτο της ιστορίας αυτού του έθνους. Αφού ολοκλήρωσα την επίσκεψη πήρα πίσω την τσάντα που είχα παραδώσει και έκανα να φύγω. Ωστόσο, πριν περάσω την πόρτα αποφάσισα να γυρίσω για να γράψω δύο γραμμές στο βιβλίο επισκεπτών όπως κάνω κάποιες φορές σε μουσεία που μου έκαναν εντύπωση. Το ανοίγω και με έκπληξη βλέπω στην τελευταία σελίδα το τελευταίο σχόλιο γραμμένο σε άπαιστα ελληνικά: «Συγχαρητήρια! Το κομμάτι της Γενοκτονίας ήταν συγκινητικό και με συγκλόνισε. Θα ξανάρθω αλλά αυτή τη φορά με τα παιδιά μου. Γιώργος». Ποιος να το περίμενε, ενώ ήμουν στο τσακ να φύγω, την ίδια χρονική περίοδο, την ίδια μέρα, την ίδια στιγμή σε ένα μέρος που σπάνια βλέπεις Έλληνα ταξιδιώτη… Όλα τα παραπάνω συναισθήματα και η μοίρα της στιγμής ήρθαν και προστέθηκαν. Ειλικρινά ανατρίχιασα. Υπέγραψα και ενώ είχα πρόθεση να γράψω στα αγγλικά, έγραψα στη μητρική μας γλώσσα. Κατά κάποιον τρόπο άνοιξα ένα διάλογο με τον Γιώργο που ποτέ δεν θα δω, αλλά νιώσαμε και οι δύο μας το ίδιο συναίσθημα.

Το ταξίδι τελείωσε και αφού γύρισα στη Θεσσαλονίκη βρέθηκα μετά από δυο μήνες σε ένα σεμινάριο ταξιδιωτικής φωτογραφίας. Η συζήτηση ξεκίνησε γύρω από το τι σκέφτεται ο καθένας από εμάς τη στιγμή  που πατάει το κλικ και απαθανατίζει μια στιγμή (αν και στην εποχή του iPhone οι περισσότεροι δεν σκέφτονται); Από τι εμπνεόμαστε τέλος πάντων; Υπάρχει κάποια στιγμή που οι νευρώνες του εγκεφάλου είναι σε θέση να δημιουργήσουν κάτι το μοναδικό; Αυτομάτως η σκέψη μου πήγε στην Αρμενία, τη στιγμή που «έζησα» με το Γιώργο μετά το Μουσείο. Αν έπαιζα μουσική, πίστευα ότι εκείνη τη στιγμή θα μπορούσα να συνθέσω ένα κομμάτι, αν είχα ένα πρόχειρο χαρτί ίσως έγραφα ένα ποίημα, αν έπιαναν τα χέρια μου θα ξεκινούσα να δημιουργώ ένα μικρό γλυπτό. Όχι γιατί είμαι πιο έξυπνος ή σκέφτομαι περισσότερο από τον καθένα. Απλά γιατί θα μπορούσα να αξιοποιήσω τη στιγμή, να αποδώσω αυτό που ένιωθα, να το επικοινωνήσω πρώτα στον εαυτό μου και έπειτα στους γύρω μου.

Έτσι, επειδή δεν είμαι ούτε μουσικός, ούτε ποιητής, ούτε και γλύπτης, αποφάσισα να ξεκινήσω αυτό το ιδιότυπο ταξίδι που λέγεται ιστολόγιο (που στο χωριό μου λένε blog) …

Με τη σκέψη ότι η δημιουργικότητα υπάρχει σε όλους μας και είναι στο χέρι μας να την αναδείξουμε, να ευχαριστήσω όσους και όσες μπαίνουν στον κόπο κάθε φορά να αφιερώνουν 5-10 λεπτά από το χρόνο τους και να ευχηθώ Καλές Γιορτές με υγεία, ευτυχία και πολλά ταξίδια !

Βασίλης (8.12.2018)

Τα φωτογραφικά κλικ

Υ.Γ. 1. Το μπλογκ αναχωρεί σε μία εβδομάδα για τον άσπονδο «εχθρό» της Αρμενίας, το Αζερμπαϊτζάν, και επιστρέφει πλέον στο ευτυχές νέον έτος.

ΥΓ. 2. Ας μου επιτραπεί να γίνει μια αναφορά σε δύο Αρμένιους καλλιτέχνες, το έργο των οποίων ήταν η πρώτη μου επαφή με την Αρμενία. Ο πρώτος είναι ο σπουδαίος σκηνοθέτης που ανέφερα, Sergei Parajanov, με την ανεξίτηλη μαγεία των κινηματογραφικών εικόνων που μας χάρισε. Ο δεύτερος, είναι πιο σύγχρονος. Πρόκειται για τον Serj Tankian, περισσότερο γνωστό ως τραγουδιστή και στιχουργό του συγκροτήματος System of a Down αλλά και ως ποιητή, πολιτικό ακτιβιστή και πρόσφατα επιχειρηματία.

http://www.parajanov.com (Parajanov-Vartanov Institute)
http://www.serjtankian.com (Serj Tankian Official Website)

4 Responses

  1. Athina Efraimidou

    Μπράβο Βασίλη. Εκπληκτική αποτύπωση συναισθημάτων και εικόνων.

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.